ΟΛΥΜΠΙΑΚΟς


Ο Ολυμπιακός, με πλήρες όνομα Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς ή συντετμημένα ΟΣΦΠ, είναι ένα ελληνικό ποδοσφαιρικό σωματείο. Ιδρύθηκε το 1925 στον Πειραιά, και αποτέλεσε το πρώτο τμήμα του ευρύτερου αθλητικού συλλόγου Ολυμπιακός ΣΦΠ. Είναι η πιο επιτυχημένη ομάδα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου,[1] έχοντας κατακτήσει 40 Πρωταθλήματα Ελλάδος, 26 Κύπελλα Ελλάδος και 16 νταμπλ, περισσότερα από κάθε άλλη ελληνική ομάδα, ενώ χαρακτηριστικό είναι πως όλες μαζί οι υπόλοιπες ελληνικές ομάδες έχουν κατακτήσει αθροιστικά 37 πρωταθλήματα.[2][3] Ο Ολυμπιακός είναι μία από τις τρεις ομάδες που δεν έχουν υποβιβαστεί ποτέ από την Α' Εθνική Κατηγορία.[4] Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχει φτάσει δύο φορές σε προημιτελικά κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, το 1998–99 στο UEFA Champions League,[5] και το 1992–93 στο Κύπελλο Κυπελλούχων, ενώ είναι από τα ιδρυτικά μέλη της European Club Association.[6] Έδρα της ομάδας είναι το Στάδιο Γεώργιος Καραϊσκάκης στο Φάληρο του Πειραιά. Είναι η ελληνική ομάδα με τους περισσότερους φιλάθλους.[7][8][9][10][11][12][13][14] Έχει διαχρονική και μεγάλη αντιπαλότητα με τον Παναθηναϊκό, με τον οποίο συναγωνίζεται στο λεγόμενο ντέρμπι των αιωνίων αντιπάλων. Κατέχει το ρεκόρ της κατάκτησης 7 συνεχόμενων Πρωταθλημάτων (1997–2003), καταρρίπτοντας το 2003 το δικό του προηγούμενο ρεκόρ των 6 συνεχόμενων κατακτήσεων από τη δεκαετία του 1950 (1954–1959). Έχει να επιδείξει επίσης 5 συνεχόμενες κατακτήσεις (2005–2009), 4 (1980–1983) και τρεις φορές από 3 (1936–1938), (1973–1975) και (2011–2013). Στο Κύπελλο κατέχει επίσης το ρεκόρ της κατάκτησης συνεχόμενων τρόπαιων με 5 διαδοχικά την περίοδο 1957–61, έχοντας κατακτήσει και 4 διαδοχικά την περίοδο 1951–54. Τα 16 νταμπλ έχουν κατακτηθει τις χρονιές 1947, 1951, 1954, 1957, 1958, 1959, 1973, 1975, 1981, 1999, 2005, 2006, 2008, 2009, 2012 και 2013, 3 εκ των οποίων είναι και διαδοχικά (1957, 1958, 1959).[15] Ολυμπιακός, ιδρύθηκε στις 10 Μαρτίου 1925[16] στον Πειραιά, για να αποτελέσει το αντίπαλο δέος του πολύ ισχυρού, εκείνη την εποχή, Εθνικού, αλλά και των αθηναϊκών ομάδων όπως ο ΠΑΟ και η ΑΕΚ. Προήλθε από την συγχώνευση του Πειραϊκού Συνδέσμου με την Πειραϊκή Ένωση, σωματεία που είχαν ιδρυθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα. Το όνομα του νέου συλλόγου το έδωσε ο πρώτος αντιπρόεδρός του, Νότης Καμπέρος, δίνοντας τέλος στις διαφωνίες που είχαν δημιουργηθεί. Ο Μιχάλης Μανούσκος πρόσθεσε το «Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς» και ο τίτλος ψηφίστηκε ομόφωνα. Ήταν κατά βάση λαϊκή ομάδα[17] και δεν άργησε, σε συνδυασμό με τα θετικά αποτελέσματα, να γίνει η πιο δημοφιλής στον Πειραιά κι έπειτα και σε όλη την Ελλάδα. Τα ιδρυτικά μέλη του Ολυμπιακού ήταν 33: Oι Ανδριανόπουλοι, Γιάννης, Γιώργος, Ντίνος και Βασίλης, ο Μιχάλης Μανούσκος, ο Νότης Καμπέρος, ο Κώστας Κλειδουχάκης και οι Δημήτρης Ανδρόνικος, Νίκος Ανδρόνικος, Δημήτρης Αυδής, Νίκος Βλάσσης, Στέφανος Εμμανουήλ, Νίκος Ζαχαρίας, Θανάσης Καλλίτσης, Νίκος Καλούδης, Ντίνος Καλούδης, Όθων Κόκκινος, Τριαντάφυλλος Κρέμος, Παναγιώτης Κωστάλας, Παναγιώτης Λαγουμιτζής, Ανδρέας Λουκάκης, Σπύρος Λουκάκης, Γιάννης Λουλουδάκης, Βαγγέλης Μαγκόπουλος, Σταύρος Μαραγκουδάκης, Γρηγόρης Ντούφας, Θόδωρος Ορλώφ, Φώτης Πρωτοψάλτης, Γιάννης Συμιγδαλάς, Νίκος Συμιγδαλάς, Χρήστος Τζουμερικιώτης, Βρασίδας Τρουποσκιάδης και Σπύρος Ψαλλιδάς.[18][19][20] Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο του Ολυμπιακού είχε ως εξής: Πρώτος πρόεδρος ο Μιχάλης Μανούσκος, αντιπρόεδροι οι Νότης Καμπέρος (εμπνευστής του ονόματος του συλλόγου) και Τριαντάφυλλος Κρέμος, γενικός γραμματέας ο Στάυρος Μαραγκουδάκης, ταμίας ο Όθων Κόκκινος, έφορος ο Παναγιώτης Λαγουμιτζής και μέλη οι Κώστας Κυρίμης, Νίκος Ζαχαρίας, Γιάννης Λουλουδάκης, Δημήτρης Σκλιάς και Ε. Κασιμάτης. Αρχικά ο Ολυμπιακός αριθμούσε αυστηρά 100 μέλη, από τους οποίους συντάχθηκε και το πρώτο καταστατικό του συλλόγου.[21] Επιφανείς παράγοντες του Πειραιά στήριξαν έμπρακτα την ίδρυση του Ολυμπιακού, έχοντας ως σκοπό να δημιουργήσουν ένα αθλητικό σωματείο που να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Πειραϊκού Συνδέσμου. Εκτός του βιομήχανου Μιχάλη Μανούσκου και του ανώτατου αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού Νότη Καμπέρου, ενεργή συμμετοχή είχαν μεταξύ άλλων και οι Δημήτρης Καμπέρος αξιωματικός και πρωτοπόρος της Πολεμικής Αεροπορίας, αδερφός του Νότη Καμπέρου,[22] Σταύρος Μαραγκουδάκης, διευθυντής του Ταχυδρομείου, Νίκος Ανδρόνικος, έμπορος, Δημήτρης Σκλιάς, αξιωματικός του Στρατού, Νικόλαος Ζαχαρίας, δικηγόρος, Θανάσης Μέρμηγκας, συμβολαιογράφος, Ιωάννης Κεκκές, χρηματομεσίτης και όλη η οικογένεια των Ανδριανόπουλων με προεξάρχοντα τον επιχειρηματία Ανδρέα Ανδριανόπουλο, πατέρα της θρυλικής πεντάδας των Ανδριανοπουλαίων. Το ερυθρόλευκο χρώμα ήταν επιλογή του Γιάννη Ανδριανόπουλου, ο οποίος σχεδίασε και την πρώτη φανέλα.[23] Πρώτη έδρα του Ολυμπιακού αποτέλεσε το Ποδηλατοδρόμιο, το οποίο ήταν γήπεδο με καρβουνόσκονη, ενώ δεν είχε επαρκείς εγκαταστάσεις για να φιλοξενήσει τους πολυάριθμους φιλάθλους που το κατέκλυζαν εξ αρχής.[24] Πρώτα χρόνια (1925–1930) Η επιθετική πεντάδα των Ανδριανοπουλαίων: (από αριστερά) Γιάννης, Ντίνος, Γιώργος, Βασίλης και Λεωνίδας Ανδριανόπουλος Από το ξεκίνημά του πραγματοποίησε επιτυχίες που τον ισχυροποίησαν ως σύλλογο. Από το 1925 έως το 1929, η μοναδική ομάδα που κατάφερε να τον νικήσει ήταν ο Παναθηναϊκός δείχνοντας από νωρίς ότι θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος.[25] Επί τρία συναπτά έτη μάλιστα, 4 Μαρτίου 1926 – 3 Μαρτίου 1929, παρέμεινε αήττητος σε πρωτάθλημα και φιλικά παιχνίδια κάνοντας ρεκόρ.[26] Πρώτος επίσημος αγώνας που έδωσε στην ιστορία του ήταν με την ομάδα του γαλλικού πολεμικού πλοίου Ζαν ντ' Αρκ, στις 30 Απριλίου 1925 στο Ποδηλατοδρόμιο, την οποία και νίκησε με 6–0.[25] Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο νεοσύστατο Πρωτάθλημα Πειραιά, όπου έμελλε χρονικά να είναι και ο πρώτος τίτλος που κατέκτησε η ομάδα. Κατέκτησε το Πρωτάθλημα Πειραιά και τις επόμενες δύο χρονιές, ενώ ελλείψει εθνικού πρωταθλήματος έδωσε αρκετούς φιλικούς αγώνες με άλλες ομάδες σημειώνοντας μεγάλες νίκες και σκορ.[25] Η πρώτη ομάδα του Ολυμπιακού το 1925 Σε φιλικά παιχνίδια την περίοδο 1925–26, νίκησε τον Άρη 3–1, τον Ηρακλή 6–1 και 4–0, την ΑΕΚ 5–2, ενώ αναδείχτηκε ισόπαλος στον πρώτο αγώνα με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό 3–3. Η μοναδική ήττα της περιόδου ήταν από τον Παναθηναϊκό με 2–1, στο δεύτερο αγώνα μεταξύ των δύο ομάδων.[25] Την περίοδο 1926–27, συνέτριψε τον ΠΑΟΚ 7–1, τον Παναθηναϊκό 5–1, την ΑΕΚ 6–2 και 3–1, τον Ηρακλή 4–2, τον Εθνικό 2–1 και 3–2, ενώ επικράτησε και σε διεθνή αγώνα επί της Λέφσκι Σόφιας με σκορ 3–2.[25] Σημαδιακή ήταν η χρονιά 1927-28, όπου Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός και ΑΕΚ, αποβλήθηκαν από τη νεοσύστατη ΕΠΟ, δεν συμμετείχαν στο πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και ίδρυσαν το λεγόμενο ΠΟΚ. Ο ΠΟΚ διοργάνωσε το Κύπελλο Πάσχα, το οποίο και κατέκτησε ο Ολυμπιακός, επικρατώντας του Παναθηναϊκού με 3–1, της ΑΕΚ με 4–1, της Βίνους Σπάρτα με 5–1 και της Μπεογκράντσκι με 3–0. Την επόμενη χρονιά 1928–29, ο Ολυμπιακός συμμετείχε και κατέκτησε ξανά το Πρωτάθλημα Πειραιά, ενώ υπερασπίζεται επιτυχώς τα κεκτημένα και στο 2ο Κύπελλο Πάσχα.[26] Την περίοδο 1929–30, μετείχε για πρώτη φορά στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, το οποίο απέτυχε να κατακτήσει γνωρίζοντας μάλιστα την πρώτη του ήττα μετά από τρία χρόνια, ξανά από τον Παναθηναϊκό. Η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, με τον Ολυμπιακό να κατακτά για πρώτη φορά το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα του 1930–31, νικώντας όλους τους βασικούς διεκδικητές του τίτλου. Η ομάδα ηττήθηκε μόλις σε έναν από τους 14 αγώνες που αγωνίστηκε, νικώντας 11 φορές ενώ σε 2 μόλις αγώνες αναδείχθηκε ισόπαλη.[27] Άξιες αναφοράς είναι οι νίκες επί του Παναθηναϊκού με 3–1 εντός και 3–2 εκτός έδρας. Εμβληματικοί παίκτες της ομάδας του Ολυμπιακού την περίοδο 1925–1930 ήταν οι Γιώργος Ανδριανόπουλος, Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, Βασίλης Ανδριανόπουλος, Γιάννης Ανδριανόπουλος, Ντίνος Ανδριανόπουλος, Λάκης Λεκκός, Φίλιππος Κουράντης, Νίκος Πανόπουλος και οι τερματοφύλακες Κώστας Κλειδουχάκης και Αχιλλέας Γραμματικόπουλος.[28] Εδραίωση (1931–1944) Ο Ολυμπιακός το 1930[29] Ο Βασίλης Ανδριανόπουλος Με την έναρξη της νέας δεκαετίας, τα τοπικά πρωταθλήματα υποβαθμίζονταν και αυξανόταν η απήχηση, σε συλλόγους και φιλάθλους, του Πανελληνίου Πρωταθλήματος. Επίσης, το πρωτάθλημα Πειραιά διεκόπη τις περιόδους 1934–35 και 1940–41 (λόγω του πολέμου). Τον Οκτώβριο του 1931, οι Γιώργος και Γιάννης Ανδριανόπουλος αποσύρθηκαν και άλλαξε ο βασικός κορμός της ομάδας. Εκείνη την περίοδο (1931–32), το πρωτάθλημα κατέκτησε ο Άρης Θεσσαλονίκης. Ο Ολυμπιακός δεν κατάφερε να πάει μακριά ούτε στην πρώτη του συμμετοχή στο Κύπελλο Ελλάδος, αφού αποκλείστηκε πρόωρα από τον Απόλλωνα.[28] Την επόμενη χρονιά κατέκτησε το πρωτάθλημα, νικώντας τον Άρη (3–2, 5–0) και την ΑΕΚ (3–1, 3–2). Την ίδια χρονιά ο Ολυμπιακός πέτυχε θρίαμβο με σκορ 6–1 επί του Παναθηναϊκού μέσα στη Λεωφόρο για το Κύπελλο, αποτέλεσμα που συνιστά τη μεγαλύτερη εκτός έδρας νίκη στην ιστορία των αναμετρήσεων των δύο ομάδων. Παρά τον εκτός έδρας θρίαμβο επί του αιωνίου αντιπάλου, η ομάδα δε θα καταφέρει να φτάσει στον τελικό. Τον τίτλο του πρωταθλητή διατήρησε και την περίοδο 1933–34, με νίκες επί του Ηρακλή (3–2 και 2–1).[30] Εκείνη την εποχή, η ομάδα ανανεωνόταν διαρκώς και πλέον από τους Ανδριανόπουλους είχε μείνει μόνο ο Λεωνίδας. Νέοι παίκτες, με σημαντικότερους τους Γιάννη Βάζο, Χριστόφορο Ράγκο και Θεολόγο Συμεωνίδη, οδηγούσαν την ομάδα από τρόπαιο σε τρόπαιο.[30] Το 1934–35 το πρωτάθλημα δεν ολοκληρώθηκε, οι ερυθρόλευκοι είχαν ισοβαθμήσει με Εθνικό και Παναθηναϊκό στους 13 βαθμούς, ενώ οι μεταξύ τους αναμετρήσεις έληξαν 2–0, 5–2 με τον Εθνικό και 2–0, 0–1 με τον ΠΑΟ, η ΕΠΟ, όμως, δεν είχε προνοήσει για την περίπτωση ισοβαθμίας. Ο Ολυμπιακός κέρδισε με διαφορά το πρωτάθλημα του 1935–36, σημειώνοντας νέα μεγάλη νίκη επί του Παναθηναϊκού με 6–1, αυτή τη φορά στο Στάδιο Καραϊσκάκη (Ποδηλατοδρόμιο). Το ίδιο έγινε και την επόμενη χρονιά, με τον Ολυμπιακό να κερδίζει εκτός έδρας τον ΠΑΟΚ 5–1 και τον Παναθηναϊκό 1–0, κατακτώντας το πέμπτο πρωτάθλημα της ιστορίας του.[31] Ο μεσοεπιθετικός του Ολυμπιακού Νίκος Γόδας, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης. Εκτελέστηκε φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού Επιθετικοί της ομάδας του Ολυμπιακού της δεκαετίας του '30: Γεωργάτος, Ράγκος, Βάζος, Συμεωνίδης, Αναματερός Προσθέτοντας στο δυναμικό του τον Γιάννη Χέλμη από τον Εθνικό, ο Ολυμπιακός κατέκτησε το τελευταίο του πρωτάθλημα πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το 1937–38, με 2 νίκες επί του Άρη (3–2, 5–1).[32] Δεν τα κατάφερε την επόμενη χρονιά, αφού ναι μεν ισοβάθμησε με την ΑΕΚ, αλλά υστερούσε στη συνολική διαφορά τερμάτων, χάνοντας έτσι το πρωτάθλημα. Στο Κύπελλο απέκλεισε τον Παναθηναϊκό με 2–0 προτού ηττηθεί από την ΑΕΚ με 2–1. Την ίδια χρονιά έχασε και για μοναδική φορά το πρωτάθλημα Πειραιά από τον Εθνικό. Με την ΑΕΚ να διπλασιάζει τα πρωταθλήματά της το 1939–40, ο Ολυμπιακός αρκέστηκε στο πρωτάθλημα Πειραιά, ενώ η διοργάνωση του 1940-41 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.[33] Ουσιαστικά ποδόσφαιρο παίχτηκε ξανά το 1945, αφού με το ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού πολέμου πολλοί παίκτες του Ολυμπιακού φεύγουν για την πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο Χριστόφορος Ράγκος δέχθηκε ιταλική σφαίρα στο αριστερό του πόδι τον Ιανουάριο του 1941 και αχρηστεύτηκε ποδοσφαιρικά για πάντα. Ο Νίκος Γρηγοράτος τραυματίστηκε στο πόδι στην Κλεισούρα, ενώ ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος κινδύνεψε να πεθάνει από κρυοπαγήματα στα βουνά της Αλβανίας.[34] Κατά την περίοδο της Κατοχής που ακολούθησε, πολλοί αθλητές του Ολυμπιακού είχαν πλούσια αντιστασιακή δράση κατά των Γερμανών κατακτητών και πολλοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους. Η δράση τους συνεχίστηκε και κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Νίκος Γόδας που είχε πολεμήσει τους Γερμανούς στη μάχη της Ηλεκτρικής, στο Κερατσίνι, στην Κοκκινιά και στο Πέραμα.[35] Τον Δεκέμβρη του 1943 στον τελικό του Κυπέλλου Χριστουγέννων που βρήκε τον Ολυμπιακό θριαμβευτή με 5–2 απέναντι στον Παναθηναϊκό, ο Νίκος Γόδας ήταν από τους κορυφαίους του γηπέδου. Συνελήφθη και στις 19 Νοεμβρίου του 1948 εκτελέστηκε στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας φορώντας την ερυθρόλευκη φανέλα και το λευκό σορτσάκι, όπως ήταν η τελευταία του επιθυμία.[36] Τα τελευταία λόγια του ήταν: Να μου ρίξετε και να με δολοφονήσετε με τη φανέλα του Ολυμπιακού, και να μη μου δέσετε τα μάτια, για να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν από τη χαριστική βολή.[37][38] Προηγουμένως, το 1944, ο Μιχάλης Αναματερός που είχε προσχωρήσει στις τάξεις της Εθνικής Αντίστασης στη διάρκεια της Κατοχής, σκοτώθηκε στη μάχη των Εξαρχείων. Αναγέννηση και Θρύλος (1945–1959) Ο Ανδρέας Μουράτης Τρεις εμβληματικοί παίκτες του Ολυμπιακού της δεκαετίας του '50: (εξ' αριστερών) Ανδρέας Μουράτης, Μπάμπης Κοτρίδης, Ηλίας Ρωσίδης Μετά τον πόλεμο συνέβησαν σημαντικές αλλαγές στην ομάδα. Σημαντικοί παίκτες του παρελθόντος είχαν αποσυρθεί, συνέχισαν όμως οι πολύ καλοί Βάζος και Χέλμης, ενώ σε αυτούς προστέθηκαν οι επίσης σημαντικοί Ανδρέας Μουράτης, Στέλιος Κουρκουκλάτος και Διονύσης Μινάρδος.[39] Στα αγωνιστικά, εξακολούθησε να κατακτά κάθε χρόνο το πρωτάθλημα Πειραιά, έως το 1959 που διοργανώθηκε το τελευταίο. Δεν είχε όμως εξαρχής την ίδια επιτυχία και στο πρώτο μεταπολεμικό Πανελλήνιο πρωτάθλημα 1945–46, που κατέληξε στον Άρη. Επέστρεψε στις επιτυχίες την επόμενη περίοδο (1946–47), όπου κατέκτησε το Πρωτάθλημα και το συνδύασε με το πρώτο Κύπελλο Ελλάδος της ιστορίας του, μετά τον θρίαμβο με 5–0 επί του Ηρακλή στον τελικό, πανηγυρίζοντας παράλληλα και το πρώτο του Νταμπλ.[39] Παραμένει ακλόνητος πρωταθλητής και στο 1947–48, με καλύτερο παίκτη ξανά τον Γιάννη Βάζο και νίκες επί του ΠΑΟΚ (2–1, 3–0) και του Απόλλωνα (2–1). Στο Κύπελλο, παρά τον αρχικό θρίαμβο επί του Ηρακλή με 6–0, έχασε στο δεύτερο παιχνίδι από την ΑΕΚ 1–0 και αποκλείστηκε. Την περίοδο 1948–49, έχασε το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με τον Παναθηναϊκό, στη διαφορά τερμάτων. Αν και είχε καλύτερο συντελεστή στα μεταξύ τους παιχνίδια (2–0, 2–3), ο μηδενισμός του Άρη στο παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό, λόγω παραπόνων για την διαιτησία, έδωσε το πρωτάθλημα στους «πράσινους».[40] Λόγω του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, το 1949–50, δεν διοργανώθηκε πρωτάθλημα. Αξιοσημείωτο είναι πως δύο παίκτες του Ολυμπιακού, οι Νίκος Πολίτης και Γιώργος Δαρίβας, βρέθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μακρόνησο.[41] Δεκαετία μεγάλων επιτυχιών ήταν αυτή του '50. Με γερές βάσεις από τα προηγούμενα χρόνια, η ομάδα κατάφερε να κατακτήσει 7 πρωταθλήματα και 7 κύπελλα. Η αρχή έγινε με το νταμπλ της περιόδου 1950–51, αφού εκτός από Πρωταθλητής αναδείχθηκε και Κυπελλούχος νικώντας τον ΠΑΟΚ με 4–0 στον τελικό που διεξήχθη στη Λεωφόρο.[42] Δεν του δόθηκε η ευκαιρία να επαναλάβει το νταμπλ την επόμενη χρονιά, λόγω ενός πρωτοφανούς σκανδάλου.[43] Στον αγώνα Παναθηναϊκός – Φωστήρας, όπου αναδείχθηκαν ισόπαλοι 2–2, οι αρμόδιοι ακύρωσαν γκολ του Φωστήρα ως εκπρόθεσμο στέλνοντας ΑΕΚ και ΠΑΟ στα μπαράζ για την ανάδειξη του πρωταθλητή Αθήνας. Η ΑΕΚ, ως αδικημένη αρνήθηκε να αγωνιστεί, δεν διεξήχθη η τελική φάση του πρωταθλήματος και δεν προέκυψε πρωταθλητής. Οι ερυθρόλευκοι όμως διατήρησαν το Κύπελλο απέναντι στον Πανιώνιο (2–2, 2–0). Την επόμενη χρονιά ο Ολυμπιακός θα καταφέρει να κατακτήσει και τρίτο συνεχόμενο Κύπελλο, μετά από τη νίκη του με 3–2 επί της ΑΕΚ στον τελικό του 1953, δε θα μπορέσει όμως να φτάσει στην κατάκτηση του νταμπλ.[44] Επανόρθωσε όμως το 1953–54, όπου κατέκτησε το δέκατο Πρωτάθλημα της ιστορίας του, τρεις βαθμούς πάνω από τον δεύτερο Παναθηναϊκό και παραμένοντας αήττητος στην τελική φάση με 8 νίκες και 2 ισοπαλίες, ενώ το συνδύασε και με την κατάκτηση του Νταμπλ, κερδίζοντας το τέταρτο συνεχόμενο Κύπελλο Ελλάδας μετά από νίκη με 2–0 επί της Δόξας Δράμας στον τελικό.[45] Πρωταθλητής αναδείχθηκε και τις επόμενες δύο χρονιές (1955, 1956), δεν τα κατάφερε όμως στο Κύπελλο, αφού ηττήθηκε από τον Απόλλωνα Σμύρνης το '55 και από την ΑΕΚ το '56. Κυριαρχεί απόλυτα πάντως τις επόμενες χρονιές στον ελληνικό χώρο, κατακτώντας άλλα τρία Πρωταθλήματα (1957, 1958, 1959) και ισάριθμα Κύπελλα (1957, 1958, 1959).[46] Με έξι διαδοχικά Πρωταθλήματα και 4 Νταμπλ (τα 3 συνεχόμενα), η λέξη Θρύλος έγινε συνώνυμη της λέξης Ολυμπιακός.[47] Βασικά στελέχη εκείνης της ομάδας του Ολυμπιακού ήταν οι Ανδρέας Μουράτης, Γιώργος Δαρίβας, Ηλίας Ρωσίδης, Θανάσης Μπέμπης, Μπάμπης Κοτρίδης, Μπάμπης Δρόσος, Κώστας Καραπατής, Σάββας Θεοδωρίδης, Ηλίας Υφαντής, Θανάσης Κίνλεϊ, Στέλιος Ψύχος.[46] Σποραδικές επιτυχίες και εποχή Γουλανδρή (1960–1979) Ο πρόεδρος του Ολυμπιακού την περίοδο 1954–1967 (εξαναγκάστηκε σε παραίτηση το 1967 όταν αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγές της Χούντας για αντικατάσταση μελών του Δ.Σ. του Ολυμπιακού με στρατιωτικούς),[48] ιδρυτικό μέλος και ποδοσφαιριστής-σύμβολο της πρώτης ομάδας του συλλόγου, Γιώργος Ανδριανόπουλος Ο πρόεδρος του Ολυμπιακού (1972–1975) Νίκος Γουλανδρής Η έναρξη της Α' Εθνικής κατηγορίας σηματοδότησε αλλαγή σελίδας για τον Ολυμπιακό. Μετά από έξι άκρως επιτυχημένες περιόδους, από το 1959–60 έως το 1964–65, δεν κατάφερε να κατακτήσει κάποιο πρωτάθλημα, τερματίζοντας δεύτερος ή τρίτος. Είχε ποιοτικούς παίκτες στις γραμμές του όπως οι Ηλίας Υφαντής, Σάββας Θεοδωρίδης, Θανάσης Μπέμπης, ενώ πρόσθεσε και νέους όπως οι Κώστας Πολυχρονίου, Γιώργος Σιδέρης και Κώστας Παπάζογλου. Δεν κατάφερε όμως να πρωταγωνιστήσει στο πρωτάθλημα σε μια περίοδο που θεωρείται από τις πιο επιτυχημένες του μεγάλου αντιπάλου, του Παναθηναϊκού. Αντίθετα, στο Κύπελλο Ελλάδος, έφτασε πέντε φορές στον τελικό κατακτώντας τέσσερις φορές το τρόπαιο. Χαρακτηριστικές είναι οι νίκες στους τελικούς, 3–0 τον Παναθηναϊκό το '60 στον επαναληπτικό, 3–0 τον Πανιώνιο στο '61, 3–0 τον Πιερικό το '63, 1–0 τον Παναθηναϊκό το '65. Στον τελικό βρέθηκε και το '62 με αντίπαλο ξανά τους πράσινους, αλλά το παιχνίδι διεκόπη λόγω σκότους, ενώ το σκορ ήταν 0–0 στην παράταση. Ξανά πρωταθλητής στέφθηκε την περίοδο 1965–66, μια επιτυχία που χρεώνεται πρωτίστως στον προπονητή της ομάδας, Μάρτον Μπούκοβι. Με τον Ούγγρο προπονητή να εφαρμόζει πρωτοποριακές μεθόδους και τακτικές για την εποχή, οι ερυθρόλευκοι δημιούργησαν ένα πολύ ισχυρό σύνολο. Αποδίδοντας κατά διαστήματα εκπληκτικό ποδόσφαιρο, σημείωσαν 23 νίκες και 4 ισοπαλίες σε 30 αγώνες, κατακτώντας ξανά το πρωτάθλημα μετά το 1959. Ιστορικός έχει μείνει ο αγώνας στα Τρίκαλα το 1966, με τον τοπικό ΑΟ Τρικάλων, όπου 15.000 φίλαθλοι του Ολυμπιακού είχαν φτάσει με κάθε μέσο στην πόλη από την προηγούμενη μέρα, κάτι πολύ δύσκολο την εποχή εκείνη, για να πανηγυρίσουν την νίκη-τίτλο (0–5) ύστερα από 7 χρόνια. Οι περισσότεροι διανυκτέρευσαν σε χωράφια και σε δρόμους και την επόμενη μέρα το γήπεδο ήταν κατάμεστο από φίλους της ομάδας. Με τον Μπούκοβι στην τεχνική ηγεσία και πρωταγωνιστές τους Σιδέρη, Πολυχρονίου και Γιούτσο, κατέκτησαν και το πρωτάθλημα του 1966–67, με το τέλος του πρωταθλήματος να βρίσκει την Ελλάδα υπό το στρατιωτικό καθεστώς της Χούντας. Το καθεστώς αυτό, κατά την άποψη των οπαδών και της διοίκησης του Ολυμπιακού όχι μόνο ευνόησε ξεκάθαρα τον αντίπαλο Παναθηναϊκό τα επόμενα χρόνια αλλά αδίκησε και έπληξε ποικιλοτρόπως και σε όλα τα επίπεδα τον Ολυμπιακό. Τον Δεκέμβριο του 1967 το καθεστώς εξανάγκασε σε παραίτηση τον εμβληματικό –και επί δεκατρία συναπτά έτη– πρόεδρο του συλλόγου Γιώργο Ανδριανόπουλο, κατήργησε τα μέλη του Δ.Σ. του Ολυμπιακού και στη θέση τους διόρισε στρατιωτικούς και ανθρώπους του καθεστώτος.[49] Κατόπιν, ακύρωσε τη μεταγραφή του Κούδα[50] και στη συνέχεια εξεδίωξε από την Ελλάδα τον Μπούκοβι (1968).[51] Παρά ταύτα, κατά τη διάρκεια της διετίας 1968–69, ο Ολυμπιακός αν και δεν κατάφερε να κατακτήσει πρωτάθλημα, εμφανίστηκε πολύ δυνατός στο Κύπελλο. Αναδείχθηκε νικητής το 1968 επί του Παναθηναϊκού μέσα στο γήπεδο της Λεωφόρου, ενώ στον ιστορικό τελικό του 1969 έχασε το κύπελλο από τον Παναθηναϊκό στο στρίψιμο της δεκάρας. Χαρακτηριστικό είναι πως το "στρίψιμο" ανέλαβε ο διαιτητής Χρήστος Μίχας υπό την παρουσία του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού της Χούντας Κωνσταντίνου Ασλανίδη, που ήταν τα μόνα δύο άτομα που είδαν την όψη του νομίσματος. Υπέδειξαν ως νικητή τον Παναθηναϊκό, ενώ ουδέποτε η πλευρά του Ολυμπιακού διαπίστωσε ιδίοις όμμασι το αποτέλεσμα του "στριψίματος".[52] Με τον Ολυμπιακό να διαμαρτύρεται για σωρεία διαιτητικών λαθών εις βάρος του και για τον διωγμό –εκτός του προπονητή Μπούκοβι– πρωτοκλασάτων παιχτών του από τη χώρα (Σιδέρης, Αργυρούδης) τα χρόνια της Δικτατορίας, αλλά και με τον ΓΓΑ Ασλανίδη να συνεχίζει να επεμβαίνει διαρκώς στα του ποδοσφαίρου, μοναδικό τρόπαιο της τριετίας 1969–72 ήταν το κύπελλο επί του ΠΑΟΚ το '71 με 3–1. Όλα άλλαξαν το 1972, όταν πρόεδρος του Ολυμπιακού ανέλαβε ο εφοπλιστής Νίκος Γουλανδρής. Ξοδεύοντας μεγάλα ποσά για μεταγραφές, συγκέντρωσε πολλά αστέρια στην ομάδα του Πειραιά. Πρωτοκλασάτοι παίκτες όπως οι Νίκος Γιούτσος, Γιώργος Δεληκάρης, Παναγιώτης Κελεσίδης, Γιάννης Κυράστας, Ρομαίν Αργυρούδης, Μίλτον Βιέρα, Μάικ Γαλάκος, Χούλιο Λοσάδα, Υβ Τριαντάφυλλος, Θανάσης Αγγελής, Γιάννης Γκαϊτατζής, Λάκης Γκλέζος, Πέτρος Καραβίτης, Μιχάλης Κρητικόπουλος, Μιγκέλ Νικολάου, Βασίλης Σιώκος, Μπάμπης Σταυρόπουλος, και Δημήτρης Περσίδης πάσχιζαν για μια θέση στην ενδεκάδα. Η ομάδα του Γουλανδρή, υπό τις οδηγίες του προπονητή Λάκη Πετρόπουλου κατέκτησε την τριετία 1972–75 τρία πρωταθλήματα και δύο νταμπλ. Την περίοδο 1973–74 οι ερυθρόλευκοι, έχοντας σημαντική υπεροπλία στην επίθεση, απέδωσαν συνολικά 102 τέρματα σημειώνοντας παράλληλα ρεκόρ. Με τον Γουλανδρή να αποχωρεί από την προεδρία απηυδισμένος από την αντιμετώπιση των διαιτητών το 1975, ο Ολυμπιακός περνά ξανά στην ανυποληψία. Χωρίς να έχει στιβαρή διοίκηση, έχασε αρκετά από τα μεγάλα αστέρια της ομάδας και την επόμενη τετραετία 1975–79, δεν κατάφερε να κατακτήσει ούτε πρωτάθλημα ούτε κύπελλο. Χωρίς να έχει σταθερή απόδοση στο πρωτάθλημα τις χρονιές 1975–76 και 1977–78, κατετάγη τρίτος και τέταρτος, αντίστοιχα. Έφτασε, όμως, και κοντά στον τίτλο δύο φορές, το 1976–77, όπου ήταν πρώτος και ισόβαθμος με τον Παναθηναϊκό μέχρι την τελευταία αγωνιστική πριν ηττηθεί στην Καστοριά, και την περίοδο 1978–79, όπου αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αγώνα μπαράζ με την ΑΕΚ, λόγω ισοβαθμίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς τη διοργανώτρια αρχή. Στο θεσμό του Κυπέλλου, έφτασε μόλις σε έναν τελικό το '76, όπου και έχασε το τρόπαιο από τον Ηρακλή στα πέναλτι. Τις επόμενες χρονιές δεν τα κατάφερε, αφού αποκλειόταν είτε στους προημιτελικούς, είτε στους ημιτελικούς του θεσμού. Επαγγελματικό πρωτάθλημα Ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς Παναθηναικός – Ολυμπιακός 0–1 στη Λεωφόρο με γκολ του Εσταβίγιο (Πρωτάθλημα, 22-05-1983) O Τζιοβάνι Με νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη βουλή στις 19 Ιανουαρίου 1979 οι σύλλογοι μετατράπηκαν σε ΠΑΕ και έγιναν επαγγελματικοί. Ταυτόχρονα, επιχειρηματίες και εφοπλιστές ανέλαβαν τις νέες ΠΑΕ αποκτώντας τα πλειοψηφικά πακέτα των μετοχών. Τον Ολυμπιακό ανέλαβε όμιλος επιχειρηματιών με πρόεδρο τον Σταύρο Νταϊφά. Ο Ολυμπιακός επανήλθε γρήγορα στην κορυφή του ελληνικού πρωταθλήματος κατακτώντας τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα (1980–1983) και ένα ακόμα το 1987. Μάλιστα τα Πρωταθλήματα του 1980 και του 1982 τα κατέκτησε και τα δύο μετά από αγώνες μπαράζ (επί της ουσίας ήταν ματς-τελικοί του πρωταθλήματος) που διεξήχθησαν στο Βόλο, νικώντας το 1980 τον Άρη με 2–0 (47' Κουσουλάκης, 54' Άλστρομ) και το 1982 τον Παναθηναικό με 2–1 (6' Εσταβίγιο, 69' Αναστόπουλος). Στη συνέχεια, την ιδιοκτησία ανέλαβε ο επιχειρηματίας Γιώργος Κοσκωτάς, ο οποίος ήταν μέλος του Παναθηναϊκου και χρηματοδότης των ερασιτεχνικών του τμημάτων[53][54][55] και αμέσως μετά ο συνεργάτης του Αργύρης Σαλιαρέλης οι οποίοι ουσιαστικά απομύζησαν και προσπάθησαν να καταστρέψουν οικονομικά τον σύλλογο. Αυτή ήταν και η πιο άσχημη περίοδος στην ιστορία της ομάδας, η οποία χαρακτηρίστηκε ως "πέτρινα χρόνια", καθώς δεν κατάφερε να κατακτήσει το πρωτάθλημα για εννέα χρόνια, αν και κατά περιόδους έπαιξε εντυπωσιακό ποδόσφαιρο έχοντας στη σύνθεσή του αναγνωρισμένης και υψηλής αξίας παίκτες, όπως ο Ούγγρος αστέρας Λάγιος Ντέταρι, ο Όλεγκ Προτάσοφ, ο Γκενάντι Λιτόφτσενκο, ο Γιούρι Σάβιτσεφ και ο Χουάν Χιλμπέρτο Φούνες. Κατέκτησε, παρ' όλα αυτά τα κύπελλα του 1990 και του 1992, καθώς και το Σούπερ Καπ του 1992, φτάνοντας επίσης στα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης την περίοδο 1992–93, αποκλείοντας τη Μονακό του Αρσέν Βενγκέρ και των αστέρων Κλίνσμαν, Τζοργκαέφ και Τουράμ και μάλιστα με νίκη 1–0 μέσα στο Πριγκηπάτο. Το 1993 τον σύλλογο ανέλαβε ο Σωκράτης Κόκκαλης, ο οποίος τον αναδιοργάνωσε σε όλα τα επίπεδα, αποπλήρωσε όλα τα χρέη του συλλόγου[56] και δημιούργησε μια ισχυρή ομάδα, οδηγώντας τον Ολυμπιακό σε επτά συνεχόμενα πρωταθλήματα από το 1997 μέχρι το 2003, και δώδεκα συνολικά σε δεκατέσσερα χρόνια (1997–2010), ενώ η ομάδα πραγματοποίησε την καλύτερη παρουσία της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις το 1999, όταν και έφτασε στους προημιτελικούς του Τσάμπιονς Λιγκ. Επί προεδρίας Σωκράτη Κόκκαλη, ο Ολυμπιακός ενισχύθηκε με παίκτες διεθνούς φήμης και αξίας, όπως οι Τζιοβάνι, Ζάχοβιτς, Καρεμπέ και Ριβάλντο, ενώ οι παρουσίες του Ντούσαν Μπάγεβιτς στον πάγκο του Ολυμπιακού, του επί σειρά ετών πρώτου σκόρερ Αλέκου Αλεξανδρή, του ταχύτατου και εξαιρετικά παραγωγικού σε ασίστ και γκολ δεξιού μεσοεπιθετικού Στέλιου Γιαννακόπουλου, αλλά και του κορυφαίου ξένου παίκτη στην ιστορία του Ολυμπιακού Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς, συνέβαλαν σημαντικά στην αναγέννησή του. Από τις 31 Δεκεμβρίου 2010 πρόεδρος ανέλαβε ο Ευάγγελος Μαρινάκης υπό την ηγεσία του οποίου ο Ολυμπιακός έχει κατακτήσει 3 συνεχόμενα Πρωταθλήματα (2011, 2012, 2013) και δύο συνεχόμενα νταμπλ (2012, 2013). Με την κατάκτηση του τίτλου το 2013, ο Ολυμπιακός πανηγύρισε το 40ο Πρωτάθλημα της ιστορίας του, ενώ με την ταυτόχρονη κατάκτηση του Νταμπλ, έφτασε τους αριθμούς-ρεκόρ των 26 Κυπέλλων και των 16 Νταμπλ. Επί ιδιοκτησίας και προεδρίας Μαρινάκη, ο Ολυμπιακός ενισχύεται με παίκτες διεθνούς αξίας όπως οι Άλμπερτ Ριέρα, Μάρκο Πάντελιτς, Αριέλ Ιμπαγάσα, Ζαν Μακούν, Φραν Γέστε, Βλάντιμιρ Βάις, Ρομπέρτο και Χαβιέρ Σαβιόλα.


Ο.Σ.Φ.Π